Άρθρα
Αγίου Πνεύματος
Αγίου Πνεύματος
Πάσα πνοή, δόξαζε Πνεῦμα Κυρίου,
Δὲ οὗ πονηρῶν πνευμάτων φροῦδα θράση.
"....Καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον, τὸ κύριον καὶ ζωοποιόν, τὸ ἐκ τοῦ πατρὸς ἐκπορευόμενον, τὸ σὺν πατρὶ καὶ υἱῷ συμπροσκυνούμενον καὶ συνδοξαζόμενον, τὸ λαλῆσαν διὰ τῶν προφητῶν...."
Το Άγιο Πνεύμα είναι το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, το οποίο εκπορεύεται εκ του Πατρός. Είναι ομοούσιο με τα πρόσωπα του Πατρός και του Υιού και κατά το Σύμβολο της Πίστεως «συνπροσκυνείται και συνδοξάζεται» με τον Πατέρα και με τον Υιό, ίσο κατά τη λατρεία και την τιμή.
Τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος
Μεγάλα είναι και ξεπερνούν την ανθρώπινη λογική τα χαρίσματα που μάς δώρισε σήμερα ο φιλάνθρωπος Θεός. Γι’ αυτό ας χαρούμε όλοι μαζί και σκιρτώντας από αγαλλίαση ας ανυμνήσουμε τον Κύριό μας. Γιατί η σημερινή ημέρα είναι για μάς εορτή και πανηγύρι.Όπως δηλαδή διαδέχονται η μια την άλλη οι εποχές και οι κινήσεις του ήλιου, έτσι ακριβώς και στην Εκκλησία η μία εορτή διαδέχεται την άλλη και με τον τρόπο αυτό απ’ τη μια πηγαίνουμε στην άλλη.
Πριν από λίγο καιρό εορτάσαμε τον σταυρό, το πάθος και την Ανάσταση, και ύστερα από αυτά την Ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού στους ουρανούς. Σήμερα φθάσαμε στην κορυφή των αγαθών, σ’ αυτήν την κορωνίδα των εορτών, βρισκόμαστε πια στην πραγματοποίηση των επαγγελιών του Κυρίου. «Γιατί αν φύγω –λέει- θα σάς στείλω άλλον Παράκλητο, και δεν θα σάς αφήσω ορφανούς». (Ιωάν. 16,6).
Βλέπετε το πατρικό Του ενδιαφέρον; Βλέπετε την ανέκφραστη φιλανθρωπία Του; Πριν λίγες ημέρες ανελήφθη στον ουρανό, κάθισε στον βασιλικό θρόνο, στα δεξιά του Πατρός, και σήμερα μάς στέλνει ως δώρο τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος και μ’ αυτόν τον τρόπο μάς χορηγεί άπειρα ουράνια αγαθά. Γιατί, πες μου, ποιο από τα αγαθά που συμβάλλουν στη σωτηρία μας δεν μάς δόθηκε από το Άγιο Πνεύμα;
Με τη χάρη Του απαλλασσόμαστε απ’ τη δουλεία του διαβόλου, καλούμαστε στην ελευθερία του Χριστού, οδηγούμαστε στην ουράνια υιοθεσία, αναγεννιόμαστε απ’ την αρχή και ξεφορτωνόμαστε το βαρύ και δυσβάστακτο φορτίο των αμαρτιών μας. Με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος βλέπουμε να υπάρχουν τόσοι ιερείς κι έχουμε τάγματα διδασκάλων της Εκκλησίας.
Απ’ την πηγή αυτή πήγασαν πλούτη προφητειών και χαρίσματα ιάσεων και όλα τα άλλα που συνήθως στολίζουν την Εκκλησία του Θεού από το Άγιο Πνεύμα προέρχονται. Και φωνάζει ο Παύλος και λέει: «Για όλα αυτά τα χαρίσματα ενεργεί το ένα και μοναδικό Πνεύμα, που τα μοιράζει όπως θέλει στον καθένα χωριστά» (Α’ Κορ. 12,11).
«Όπως θέλει», λέει, όχι όπως έχει διαταχθεί. «Μοιράζει», και δεν μοιράζεται. Έχει εξουσία, και δεν εξουσιάζεται. Γιατί ο Παύλος λέει πως έχει και το Άγιο Πνεύμα την ίδια εξουσία, που έχει και ο Πατήρ. Κι όπως είπε για τον Πατέρα «ο Θεός είναι εκείνος που ενεργεί παντού και πάντα» (Α’ Κορ. 12,6), έτσι λέει και για το Άγιο Πνεύμα «για όλα αυτά τα χαρίσματα ενεργεί το ένα και μοναδικό Πνεύμα, που τα μοιράζει όπως θέλει στον καθένα χωριστά». Είδες τέλεια εξουσία που έχει; Γιατί όσα πρόσωπα έχουν την ίδια φύση και ουσία είναι φανερό ότι έχουν και την ίδια εξουσία, και όσα έχουν την ίδια αξία, σ’ αυτά μία είναι η δύναμη και η εξουσία.
Χάρη στη δύναμη του Αγίου Πνεύματος απαλλαχτήκαμε από τις αμαρτίες, μ’ αυτήν ξεπλύναμε την ψυχή μας από κάθε ρύπο. Με τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος, ενώ ήμασταν άνθρωποι, γίναμε άγγελοι, όσοι βέβαια θελήσαμε να μάς βοηθήσει η χάρη Του, χωρίς να αλλάξει η φύση μας, αλλά, κι αυτό είναι το πιο αξιοθαύμαστο, διατηρήσαμε την ανθρώπινη φύση μας και μ’ αυτή επιδείξαμε αγγελική συμπεριφορά. Τόσο μεγάλη είναι λοιπόν η δύναμη του Αγίου Πνεύματος!
Και όπως η πραγματική φωτιά όταν δεχτεί τον μαλακό πηλό τον καθιστά σκληρό κεραμίδι, έτσι ακριβώς και η φωτιά του Αγίου Πνεύματος, όταν δεχτεί μια ψυχή συνετή, ακόμη κι αν τη βρει πιο μαλακή κι απ’ τον πηλό, την κάνει πιο γερή κι απ’ το σίδερο. Και κάνει ξαφνικά πιο καθαρό απ’ τον ήλιο εκείνον που έως τώρα ήταν μολυσμένος απ’ την ακαθαρσία των αμαρτιών.
«Με τη δύναμη του ονόματος του Κυρίου Ιησού Χριστού», λέει, «και με τη χάρη του Πνεύματος του Θεού μας». Είδες, αγαπητέ, τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος; Είδες ότι το Άγιο Πνεύμα, εξαφάνισε όλες αυτές τις κακίες, και ότι εκείνους που ήταν προηγουμένως υποδουλωμένοι στις αμαρτίες τους, τους ανέβασε ξαφνικά σε τόσο υψηλές τιμές;
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Κοντάκιον
Ήχος πλ. δ'.
Ότε καταβάς τας γλώσσας συνέχεε, διεμέριζεν έθνη ο Ύψιστος· ότε του πυρός τας γλώσσας διένειμε, εις ενότητα πάντας εκάλεσε· και συμφώνως δοξάζομεν το Πανάγιον Πνεύμα
Πηγή: saint.gr
Σαν σήμερα 14 Ιουνίου 1987, η Εθνική μπάσκετ έγραψε ιστορία κατακτώντας το Ευρωμπάσκετ
Σαν σήμερα 14 Ιουνίου 1987,
η Εθνική μπάσκετ έγραψε ιστορία κατακτώντας το Ευρωμπάσκετ.
Η θέση που κατέχει το ελληνικό μπάσκετ στο ευρωπαϊκό αλλά και το παγκόσμιο στερέωμα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο Έπος του 1987!
Ας γυρίσουμε λοιπόν, πίσω το χρόνο και ας θυμηθούμε την πορεία της Εθνικής ομάδας, άγνωστες και γνωστές πτυχές για τη διοργάνωση, αλλά και ενδιαφέροντες αριθμούς.
Καλοκαίρι 1987 λοιπόν... Το δωδεκαήμερο 3-14 Ιουνίου εκείνης χρονιάς, η θερμοκρασία χτύπησε κόκκινο. Υψηλές θερμοκρασίες και υγρασία σε πολύ υψηλά επίπεδα, που δημιουργούσαν έναν αποπνικτικό συνδυασμό. Κι όμως ο κόσμος στο πόδι. Όντως στην αρχή διστακτικός αλλά στη συνέχεια ιδιαίτερα εκδηλωτικός και περήφανος για τις ιδιαίτερες στιγμές που του πρόσφεραν ο Κώστας Πολίτης και οι παίκτες του.
Το Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1987 ήταν η πρώτη μεγάλη διοργάνωση μπάσκετ που ανατέθηκε μέχρι τότε στη χώρα μας. Μάλιστα, για πρώτη φορά την ιστορία του θεσμού μόνο μία πόλη και ένα γήπεδο -το ΣΕΦ δηλαδή- φιλοξένησε τους αγώνες ολόκληρης της διοργάνωσης, δηλαδή 46 παιχνίδια!
Οι ελπίδες για μία καλή πορεία στους αγώνες είχαν περιοριστεί αρκετά με την κλήρωση της Εθνικής ομάδας στον δυσκολότερο δυνατό όμιλο. Κι εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι οι προσπάθειες που έγιναν τότε για να αλλάξει όμιλο η Εθνική μας έπεσαν στο κενό, προς απογοήτευση πολλών. Το επιχείρημα της οικονομικής αποτυχίας των αγώνων δεν λήφθηκε ποτέ σοβαρά υπόψιν από τη FIBA και έτσι η Ελλάδα τέθηκε αντιμέτωπη με τα μεγαθήρια του ευρωπαϊκού μπάσκετ που είχαν στις τάξεις τους παίκτες-θρύλους.
Σοβιετική Ένωση, Γιουγκοσλαβία, Ισπανία, αλλά και Γαλλία, Ρουμανία τέθηκαν στο δρόμο της Εθνικής Ελλάδας, σε μία προσπάθεια να προκριθεί τουλάχιστον στα προημιτελικά της διοργάνωσης. Αυτός ήταν ο πρωταρχικός στόχος για τους Έλληνες παίκτες που αφενός είχαν άγριες διαθέσεις, αφετέρου όμως ήξεραν πως το έργο τους μόνο εύκολο δεν ήταν.
Στις 3 Ιουνίου λοιπόν, είχαμε την έναρξη των αγώνων και έναν εντυπωσιακό ξεκίνημα τόσο για την Εθνική ομάδα, όσο και για τον Νίκο Γκάλη. Η Ελλάδα διέσυρε με σκορ 109-77 την Ρουμανία με 44 (!) πόντους του Γκάλη που ήταν "καυτός".
Την δεύτερη ημέρα, το αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα είχε κάνει ήδη την υπέρβασή του. Νίκησε για πρώτη την Γιουγκοσλαβία μετά από το 1953, όταν σε παιχνίδι φιλικού χαρακτήρα είχε επικρατήσει με 65-59. Η νίκη με σκορ 84-78 και τον Γκάλη (44π.) να πετυχαίνει ακριβώς τους ίδιους πόντους με το ματς της πρεμιέρας, έστρεψαν τα φώτα της δημοσιότητας στο αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα.
Από εκείνο το σημείο κι έπειτα ο κόσμος αφυπνίστηκε αλλά και θορυβήθηκε. Κατάλαβε ότι γινόταν μία σοβαρή προσπάθεια στο ΣΕΦ κι έπαψε να είναι απών από το ΣΕΦ. Έκτοτε κατέκλυσε το φαληρικό στάδιο κι έγινε ο έκτος παίκτης της ελληνική ομάδας, προσφέροντάς της μία άνευ προηγουμένου στήριξη.
Η απότομη προσγείωση για τους Έλληνες παίκτες ήρθε στις 5/6/87 όταν η Εθνική τέθηκε αντιμέτωπη με την Ισπανία. Η ομάδα των Χιμένεθ, Σαν Επιφάνιο, Βιγιακάμπα, Μοντέρο, Μαρτίνεθ (και πολλών άλλων μεγάλων παικτών) νίκησε με 106-89 την Ελλάδα, που έδειχνε να μην έχει ξεπεράσει την απώλεια του Νίκου Φιλίππου.
Πάντως, ο τραυματισμός του Νίκου Φιλίππου μόλις στο δεύτερο ματς της διοργάνωσης, φάνηκε να συσπειρώνει την ομάδα, η οποία έδειξε τεράστια ψυχικά αποθέματα, προκειμένου να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της έχοντας χάσει ένα από τα βασικά της όπλα. Το βαρύ διάστρεμμα που υπέστη ο Έλληνας πάουερ φόργουορντ και μετέπειτα μάνατζερ της Εθνικής δεν του επέτρεψε να αγωνιστεί ξανά μέχρι το τέλος του τουρνουά.
Επόμενος αντίπαλος για την Εθνική ήταν η Σοβιετική Ένωση, με τον Κώστα Πολίτη να έχει προετοιμάσει καλά τους παίκτες του. Πάντως, η ήττα με 69-66 δεν αποφεύχθηκε κυρίως λόγω του Τσεχοσλοβάκου διαιτητή Κοτλέμπα, ο οποίος σφύριξε αλλοπρόσαλλα και υποχρέωσε το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα στη δεύτερη ήττα του.
Από εκεί και πέρα τα πράγματα ήταν απλά. Η Εθνική ή θα νικούσε τη Γαλλία στο πέμπτο και τελευταίο ματς της α' φάσης της διοργάνωσης και θα προκρίνονταν στην επόμενη φάση ή θα έχανε το ματς και θα πετούσε στα σκουπίδια δύο μεγάλες νίκες (όπως ήταν αυτές με αντίπαλο τη Ρουμανία και τη Γιουγκοσλαβία).
Στο ματς με αντίπαλο τους "τρικολόρ" ο Παναγιώτης Γιαννάκης απέδειξε ότι είναι ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές τελειώνοντας τελικά το παιχνίδι με 10 πόντους, 10 ριμπάουντ, 3 ασίστ και 3 κλεψίματα. Τελικά, η Ελλάδα νίκησε πολύ εύκολα με σκορ 82-69 τη φιλόδοξη Γαλλία. Πάντως, ο προπονητής των "τρικολόρ" Ζαν Γκαλ μετά το τέλος του αγώνα δικαιολόγησε την ήττα λέγοντας: "Ο κόσμος της Ελλάδας ανασταίνει ακόμα και νεκρούς".
Κι αισίως φτάσαμε στα προημιτελικά... Αντίπαλος της Ελλάδας ήταν η Ιταλία των Μανίφικο, Μπρουναμόντι, Κόστα, Μοντέκι, Καρέρα κ.α. Οι διεθνείς όμως μπήκαν αποφασισμένοι στο παρκέ για να κατακτήσουν το πολυπόθητο εισιτήριο για τους "4". Και τα κατάφεραν (90-78) αποδίδοντας όμορφο κατά διαστήματα μπάσκετ, στέλνοντας στο καναβάτσο τη "σκουάντρα ατζούρα". Εκείνη ήταν η πρώτη νίκη του αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος, που μέχρι τότε μετρούσε 17 ήττες σε ισάριθμα ματς από την Ιταλία!
Ο κόσμος αποθέωσε τους παίκτες του Κώστα Πολίτη, αναγνωρίζοντας την υπερπροσπάθεια που είχαν καταβάλει. Από τον πιο απλό φίλαθλο του μπάσκετ που έβλεπε τα ματς από την τηλεόρασή του μέχρι τον Γιώργο Βασιλακόπουλο, κανείς δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι οι πανηγυρισμοί θα συνεχίζονταν!
Την Παρασκευή 12/6 η Εθνική έκανε αυτό που για πολλούς έμοιαζε με άθλο. Νίκησε για δεύτερη φορά μέσα σε διάστημα λίγων ημερών τη θρυλική Γιουγκοσλαβία, γεγονός που από μόνο του αποτελούσε μεγάλη επιτυχία. Φανταστείτε δε ότι η νίκη με σκορ 81-77 χάρισε και την πρόκριση στον μεγάλο τελικό της διοργάνωσης. Το τελευταίο σφύριγμα της λήξης βρήκε όλα τα μέλη της ομάδας να γίνονται ένα κουβάρι και να πανηγυρίζουν έξαλλα. Ακόμα και ο ευρωπαϊκός Τύπος της εποχής που πριν τον αγώνα στοιχημάτιζε υπέρ της Γιουγκοσλαβίας την επόμενη μέρα αναδιπλώθηκε και υποκλίθηκε στην ανωτερότητα της Εθνικής.
Αλήθεια σε εκείνο το ματς μήπως θυμάστε ποιος έκανε τη διαφορά και έστειλε την ομάδα στον τελικό; Μπορεί η κλάση του Φάνη Χριστοδούλου να ήταν εκείνη που "μίλησε", ωστόσο ήταν ο χαρισματικός Λιβέρης Ανδρίτσος προερχόμενος από τον πάγκο ευστόχησε σε καθοριστικά καλάθια και τελείωσε το ματς με 8 πόντους και 6 ριμπάουντ, όντας ο κρυφός άσος στο μανίκι του Πολίτη.
Το ραντεβού με το πάνθεον του ευρωπαϊκού αθλητισμού είχε δοθεί για τις 14 Ιουνίου του 1987. Όλη η χώρα βρισκόταν στο πόδι. Τα πάντα είχαν παραλύσει και όσοι άτυχοι δεν είχαν εξασφαλίσει ένα εισιτήριο για τον τελικό, μαζεύονταν σε σπίτια συγγενών και φίλων για να παρακολουθήσουν τον τελικό από την τηλεόραση.
Το ματς όσο έφτανε προς την ολοκλήρωσή του γινόταν ολοένα και πιο συγκλονιστικό. Η Ελλάδα είχε χάσει τη διαφορά των 16 πόντων που είχε πάρει (35-19) και πλέον όλα κρέμονταν από μια κλωστή. Όλα έδειχναν ότι θα κρίνονταν στις λεπτομέρειες. Κι έτσι έγινε... Στα 10'' πριν τη λήξη ο Ιωάννου επιχείρησε μπάσιμο, αστόχησε και ως από μηχανής Θεός ο Αργύρης Καμπούρης πήρε το ριμπάουντ με το σκορ ισόπαλο (101-101).
Οι βολές που ακολούθησαν και μπήκαν από τα χέρια του άλλοτε οικοδόμου είναι οι πιο θρυλικές και πολυσυζητημένες βολές στην ιστορία του ελληνικού μπάσκετ. Ο Καμπούρης ήταν ψύχραιμος, ευστόχησε και στις δύο και η Εθνική μπάσκετ γίνεται δικαίως η "επίσημη αγαπημένη", έχοντας κατακτήσει πανάξια τον τίτλο της Πρωταθλήτριας Ευρώπης για το 1987.
Όλος ο πολιτικός κόσμος βρέθηκε στο πλευρό της Εθνικής μπάσκετ, όπως συμβαίνει άλλωστε σε ανάλογες περιπτώσεις. Η Μελίνα Μερκούρη πάντως ήταν από το ξεκίνημα στο πλευρό των παικτών του Κώστα Πολίτη ζώντας από την αρχή και βήμα βήμα την πορεία προς την κορυφή.
Τη μασκότ του Ευρωμπάσκετ του 1987 όλοι την θυμούνται. Ο συμπαθής Πελαργός στάθηκε γούρικος για τους Έλληνες και αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τον Σύνδεσμο φιλάθλων της Εθνικής. Ποιος όμως θυμάται ότι το όνομα του ήταν Ολύμπιος;
Η Γιουγκοσλαβία πέτυχε 128 πόντους στον προημιτελικό με την Πολωνία. Αυτή η επιθετική συγκομιδή είναι η δεύτερη καλύτερη που έχει επιτευχθεί ποτέ σε Ευρωμπάσκετ. Μάλιστα, το ματς των "γιούγκων" με τους Σοβιετικούς της 5ης Ιουνίου του 1987 ήταν το τελευταίο που έδωσαν οι δύο θρυλικές ομάδες σε Ευρωμπάσκετ.
Πολυτιμότερος παίκτης της διοργάνωσης και φυσικά πρώτος σκόρερ ήταν ο αξεπέραστος Νίκος Γκάλης ο οποίος έκανε πράματα και θάματα στο παρκέ, προκαλώντας τον θαυμασμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι τελείωσε τη διοργάνωση με 37 πόντους κατά μέσο όρο! Δεύτερος ο αείμνηστος Ντράζεν Πέτροβιτς με 22,7 πόντους ανά παιχνίδι.
Πηγή: ypo-kosmos.blogspot.gr/
My Number One νίκη της Ελλάδας στην Eurovision με την Έλενα Παπαρίζου
My Number One
νίκη της Ελλάδας στην Eurovision
με την Έλενα Παπαρίζου
Ανήμερα της ονομαστικής της εορτής, πριν από δέκα χρόνια, σήκωσε η Έλενα Παπαρίζου την «κούπα» της Eurovision, χαρίζοντας στην Ελλάδα την πρώτη της -και, μέχρι στιγμής, μοναδική- πρωτιά!
Τραγουδώντας το «My Number One» στο Κίεβο, σε μουσική Χρήστου Δάντη και στίχους Ναταλίας Γερμανού, η Έλενα, με μία σέξι δημιουργία του Ρομπέρτο Καβάλι και με το μπαλέτο του Φωκά Ευαγγελινού, έβαλε την Ελλάδα στην μουσική κορυφή της Ευρώπης, ξεσηκώνοντας ξέφρενους πανηγυρισμούς και φέροντας την διοργάνωση του 2006 στην Αθήνα.
Η Ελλάδα τερμάτισε πρώτη σε σύνολο 39 χωρών, συγκεντρώνοντας 230 βαθμούς. Μάλιστα, το «My Number One» πήρε 10 δωδεκάρια, με αποτέλεσμα η χώρα μας να είναι τρίτη στη λίστα των χωρών με τα περισσότερα δωδεκάρια στην ιστορία του διαγωνισμού! Επίσης, το τραγούδι ψηφίστηκε ως το τέταρτο πιο δημοφιλές στα 50 χρόνια της Eurovision.
Για την ιστορία, το «My Number One» ψήφισαν οι παρακάτω χώρες:
- 12: Βέλγιο, Βουλγαρία, Ουγγαρία, Ηνωμένο Βασίλειο, Τουρκία, Αλβανία, Κύπρος, Σερβία-Μαυροβούνιο, Σουηδία, Γερμανία
- 10: Ολλανδία, Ρουμανία
- 8: Ισπανία, Γαλλία
- 7: Ισραήλ, Π.Γ.Δ.Μ., Ελβετία
- 6: Μάλτα, Βοσνία-Ερζεγοβίνη
- 5: Κροατία
- 4: Αυστρία, Ανδόρα, Νορβηγία, Μολδαβία, Ρωσία
- 3: Πορτογαλία, Φινλανδία
- 2: Ισλανδία, Ιρλανδία, Σλοβενία, Δανία
- 1: Λιθουανία, Πολωνία
Οι χώρες που δεν μας επέλεξαν ήταν το Μονακό, η Λετονία, η Ουκρανία, η Εσθονία και η Λευκορωσία.
Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453)
Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453)
Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης υπήρξε το αποτέλεσμα της πολιορκίας της βυζαντινής πρωτεύουσας, της οποίας Αυτοκράτορας ήταν ο Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος, από τον οθωμανικό στρατό, με επικεφαλής τον σουλτάνο Μωάμεθ Β'. Η πολιορκία διήρκεσε από τις 6 Απριλίου έως την Τρίτη, 29 Μαΐου 1453 (Ιουλιανό ημερολόγιο). Όταν τελικά η Κωνσταντινούπολη αλώθηκε, η υπερχιλιετής Βυζαντινή Αυτοκρατορία έπαψε να υπάρχει.
Το Βυζάντιο ήταν ήδη εξασθενημένο και διαιρεμένο τους τελευταίους δύο αιώνες, σκιά της παλιάς Αυτοκρατορίας. Η Άλωση του 1204 από τους Σταυροφόρους και αργότερα, μετά την επανάκτησή της το 1261, οι πολιτικές και θρησκευτικές έριδες, η αδυναμία βοήθειας από την Δύση, η άσχημη οικονομική κατάσταση και η φυγή ανθρώπινου δυναμικού, οδήγησαν στη σταδιακή εξασθένηση και συρρίκνωση. Η κατάληψη της Καλλίπολης το 1354 από τους Οθωμανούς, η οποία έφερε ορδές φανατικών μουσουλμάνων πολεμιστών στην Ευρώπη, σταδιακά κύκλωσε εδαφικά το Βυζάντιο, το οποίο έγινε το 1373 φόρου υποτελής στον Οθωμανό σουλτάνο. Έτσι, η Άλωση ήλθε ως φυσικό αποτέλεσμα και της αδιάκοπης επέκτασης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην ευρύτερη περιοχή. Οι συγκρούσεις ήταν ιδιαίτερα άνισες υπέρ των Τούρκων, σε σημείο που να μνημονεύεται από τις πηγές το τετελεσμένο της έκβασης της πολιορκίας. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται και στον ηρωισμό των πολιορκημένων και ιδιαίτερα του Αυτοκράτορα. Το γεγονός της πτώσης της «θεοφυλάκτου Πόλεως», άφησε βαθιά ίχνη στις πηγές της εποχής.
Απόρροια της Άλωσης ήταν η ανελέητη συνέχιση της εδαφικής προώθησης των Τούρκων στην Β.Αφρική και στην Κεντρική Ευρώπη . Κατά τα τέλη του 17ου αιώνα η Οθωμανική Αυτοκρατορία έφτασε στο απόγειό της, απειλώντας την Βιέννη. Πολλές φορές η Άλωση της Κωνσταντινούπολης χρησιμοποιείται από τους ιστορικούς ως γεγονός που σηματοδοτεί το τέλους του Μεσαίωνα και την έναρξη της Αναγέννησης. Πολλοί μάλιστα εξ αυτών συμφωνούν στο ότι η μαζική μετακίνηση πολλών Ελλήνων από την Κωνσταντινούπολη στην Ιταλία λόγω της Άλωσης έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του περιεχομένου και της φιλοσοφίας που ακολούθησαν τα πρόσωπα της Αναγέννησης.
Κατάσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας
Κατά τα 1.100 χρόνια ζωής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η Κωνσταντινούπολη είχε πολιορκηθεί αρκετές φορές αλλά μόνο μία φορά είχε πέσει στα χέρια των εχθρών, το 1204 από τους Σταυροφόρους της Δ' Σταυροφορίας. Μετά το 1204 στην πόλη εγκαθιδρύθηκε ένα αδύναμο Λατινικό βασίλειο και οι υπόλοιπες περιοχές της Αυτοκρατορίας είχαν διασπαστεί σε επί μέρους βασίλεια. Ένα από αυτά, η ελληνική Αυτοκρατορία της Νίκαιας κατάφερε να επικρατήσει στην περιοχή και να ανακτήσει την Πόλη το 1261. Τους επόμενους δύο αιώνες, η εξασθενημένη Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεχόταν συνεχείς επιθέσεις από Λατίνους, Σέρβους, Βουλγάρους και ιδιαίτερα από τους Οθωμανούς Τούρκους. Το 1453 στην Αυτοκρατορία ανήκαν εκτός από την ίδια την Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της, το μεγαλύτερο τμήμα της Πελοποννήσου, με επίκεντρο τον Μυστρά. Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, ένα ελληνικό κράτος που δημιουργήθηκε το 1204 στην άκρη της Μικράς Ασίας και κατάφερε να επιβιώσει όλο αυτό το διάστημα, αποτελούσε εντελώς ξεχωριστή από το Βυζάντιο πολιτική οντότητα.
Οι αντίπαλοι ηγέτες
Μωάμεθ Β΄
Στο οθωμανικό στρατόπεδο, ο Μωάμεθ Β', είκοσι ενός μόλις ετών (το 1453), χαρακτήρας, όπως υποστηρίζει ο βυζαντινολόγος Βασίλιεφ, ιδιαίτερα σκληροτράχηλος, φιλοπόλεμος, υπέκυπτε γενικά σε κατώτερα πάθη, ταυτόχρονα όμως έδειχνε ενδιαφέρον για την επιστήμη και τη μόρφωση, ενώ κατείχε και τα χαρίσματα του στρατηγού, του πολιτικού και του οργανωτή. Ο Γ. Σφραντζής αναφέρει ότι ασχολούνταν με ιδιαίτερο ζήλο με τις επιστήμες, κυρίως αστρολογία, διάβαζε παραμύθια και μιλούσε εκτός από τουρκικά και άλλες πέντε γλώσσες. Οι μουσουλμανικές πηγές εξυμνούν την ευσέβειά του και την προστασία που παρείχε στους ομοθρήσκους του λογίους.
Η επιθυμία να κατακτήσει την Κωνσταντινούπολη είχε γίνει έμμονη ιδέα για τον νεαρό σουλτάνο: διασώζεται ότι έμενε άυπνος για συνεχείς νύχτες, χαράσσοντας στο χαρτί το σχέδιο της πόλης και σημειώνοντας τα σημεία που μπορούσαν να προσβληθούν ευκολότερα. Αφού αποφάσισε να δώσει το τελικό χτύπημα στην Πόλη, ο Μωάμεθ άρχισε να εργάζεται με εξαιρετική προσοχή. Πρώτα έκτισε, στα βόρεια της πόλης, στις ευρωπαϊκές ακτές του Βοσπόρου, στο πιο στενό σημείο του, ένα ισχυρό φρούριο, το Ρούμελι Χισάρ (ή Μπογάζ Κεσέν, στα τουρκικά "Λαιμοκόφτης"). Τα κανόνια που τοποθετήθηκαν εκεί ήταν ό,τι πιο προηγμένο είχε να επιδείξει η πολεμική τεχνολογία της εποχής. Αυτή η ενέργεια προκάλεσε ιδιαίτερη ανησυχία στους Βυζαντινούς, που πίστεψαν πια ότι πλησιάζει το τέλος τους. Το οχυρωματικό αυτό έργο απέκοπτε, σε συνδυασμό με το προϋπάρχον οχυρό στην απέναντι ασιατική ακτή (Ανατολού-χισάρ), την θαλάσσια επικοινωνία της Κωνσταντινούπολης με τα λιμάνια του Εύξεινου πόντου, στερώντας έτσι πολύτιμες ενισχύσεις και εφόδια για την πόλη. Αμέσως μετά, ο Μωάμεθ Β' έστειλε τον Τουραχάν μπέη να εισβάλει στις βυζαντινές περιοχές της Πελοποννήσου, για να εμποδίσει την αποστολή ενισχύσεων από τους αδελφούς του Κωνσταντίνου, οι οποίοι διοικούσαν το Δεσποτάτο του Μυστρά.
Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος
Η περιοχή που αναγνώριζε την εξουσία του τελευταίου Βυζαντινού Αυτοκράτορα, περιοριζόταν στην Κωνσταντινούπολη, με τις πλησιέστερες προς αυτήν εκτάσεις της Θράκης, καθώς και το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου (Μορέως), η οποία βρίσκονταν μακριά από την βασιλεύουσα και κάτω από την ουσιαστική κυριαρχία των αδελφών του Αυτοκράτορα.
Ο Κωνσταντίνος ΙΑ' κατέβαλε γενναιόδωρες προσπάθειες να περισώσει από την Αυτοκρατορία ό,τι ήταν δυνατό, ο ίδιος ως χαρακτήρας διακρινόταν για την ενεργητικότητα και την ανδρεία του. Ένας Ιταλός ανθρωπιστής, ο Φραντσέσκο Φίλελφο, τον χαρακτηρίζει ως άνθρωπο «με ευσεβές και ανώτερο πνεύμα».
Πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι ο βυζαντινός Αυτοκράτορας κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια σε αυτόν τον άνισο αγώνα, μετέφερε στην πόλη όλες τις ποσότητες σιτηρών που ήταν δυνατόν να συγκεντρωθούν και επισκεύασε τα τείχη της πόλης.
Η είσοδος του Κεράτιου κόλπου κλείσθηκε με βαριά αλυσίδα, όπως συνέβαινε κάθε φορά σε επικείμενες καταστάσεις πολιορκίας για να αποτραπεί η διείσδυση του εχθρικού στόλου. Η φρουρά της πόλης όμως μόλις έφθανε τις λίγες χιλιάδες.
Ο Αυτοκράτορας στράφηκε για βοήθεια και προς τα κράτη της Δύσης. Τελικά σοβαρές στρατιωτικές ενισχύσεις δεν κατέφθασαν ποτέ στην πόλη. Αντί για στρατιωτική βοήθεια στην Κωνσταντινούπολη έφθασε ένας καρδινάλιος, ελληνικής καταγωγής, ο Ισίδωρος, που είχε λάβει παλαιότερα μέρος στην Σύνοδο της Φλωρεντίας. Ο Ισίδωρος τέλεσε και μια λειτουργία στην Αγία Σοφία, το γεγονός αυτό όμως προκάλεσε μεγάλη αναταραχή μεταξύ του πληθυσμού της πόλης. Ένας από τους πιο σημαντικούς βυζαντινούς στρατηγούς του Αυτοκράτορα, ο Λουκάς Νοταράς, είπε: Κρειττότερον εστίν ειδέναι εν τη μέση τη πόλει φακίολον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν Λατινικήν.
Παρατάξεις
Ο Οθωμανικός στρατός
Ίσως να θεωρείται βέβαιο από τις πηγές ότι ο στρατός του Μωάμεθ Β' ήταν τουλάχιστον 150.000 άντρες. Σύμφωνα όμως με νεότερους ιστορικούς τα τακτικά στρατεύματα πρέπει να έφταναν τους 80.000-100.000 στρατιώτες, οι οποίοι συγκεντρώθηκαν από τις ευρωπαϊκές και ασιατικές επαρχίες. Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονταν το επίλεκτο σώμα 12.000 γενιτσάρων και αρκετοί χριστιανοί υποτελείς των Οθωμανών. Το στράτευμα συνίστατο σε πεζικό, ιππικό, πυροβολικό. Επίσης υπήρχαν ελαφρά σώματα από τοξότες, σφενδονιστές και ακοντιστές. Όλοι οι πολεμιστές ήταν πολύ καλά εξοπλισμένοι με κάθε είδους όπλο, αμυντικό ή επιθετικό και έφεραν ασπίδες, επενδυμένες με σίδερο, κράνη, τόξα και βέλη, ξίφη και οτιδήποτε άλλο θεωρούνταν κατάλληλο για τειχομαχία. Ο στρατός ήταν άριστα εκπαιδευμένος και οργανωμένος και επικρατούσε μεγάλος ενθουσιασμός. Ο οθωμανικός στρατός φαινόταν πολύ μεγαλύτερος γιατί τον ακολουθούσε μεγάλος αριθμός από επικουρικό προσωπικό. Επί πλέον είχαν συγκεντρωθεί ατελείωτα πλήθη Τούρκων ατάκτων, που τους προσέλκυσε η προοπτική της λεηλασίας. Επίσης πολυάριθμοι φανατικοί μουσουλμάνοι μοναχοί (δερβίσηδες) και ιερωμένοι κυκλοφορούσαν ανάμεσα στους στρατιώτες και με κηρύγματα τόνωναν την πολεμική ορμή τους.
Ο Μωάμεθ γνώριζε ότι χωρίς να μπορέσει πρώτα να ελέγξει την θαλάσσια περιοχή της πόλης πολύ δύσκολα θα κατάφερνε την άλωση της μόνο από την ξηρά. Γι΄ αυτό αποφάσισε να δημιουργήσει ένα ισχυρό στόλο που αποτελούνταν από 6 τριήρεις (οι οποίες αντί για τρεις παράλληλες σειρές κωπήλατων που είχαν οι αρχαίες, αυτές είχαν μία με τρεις κωπηλάτες), 10 διήρεις, περίπου 15 γαλέρες, περίπου 70 φούστες, 20 παραντάρια και έναν άγνωστο αριθμό από καΐκια και κότερα. Το μέγεθός του πρέπει να έφτανε τις 150 μονάδες. Ο σουλτάνος προσωπικά επέλεξε με προσοχή τους αξιωματικούς που θα τον στελέχωναν, ενώ ως διοικητή του επέλεξε έναν Βούλγαρο εξωμότη, τον Σουλεϊμάν Μπαλτόγλου.
Όμως εκεί πού έδωσε την μεγαλύτερη προσοχή ο σουλτάνος ήταν στην κατασκευή πυροβόλων που θα μπορούσαν να καταστρέψουν τα ισχυρά τείχη που προστάτευαν την Κωνσταντινούπολη. Ο Μωάμεθ Β' υπήρξε ο πρώτος στρατιωτικός ηγέτης που είχε στην διάθεσή του πραγματικά οργανωμένο πυροβολικό. Ο άνθρωπος που το αναβάθμισε και το έκανε το καλύτερο της εποχής του ήταν ένας επιδέξιος τεχνίτης, ο Ουρβανός, ο οποίος ήταν ουγγρικής ή σαξονικής καταγωγής. Το μεγαλύτερο πυροβόλο που έφτιαξε ο Ουρβανός είχε μήκος 8 μέτρα και εκτόξευε πέτρινα βλήματα βάρους περίπου 400 κιλών. Συνολικά το οθωμανικό πυροβολικό είχε 70 πυροβόλα από τα οποία τα 11 εκτόξευαν βλήματα 250 κιλών και πάνω από 50 χρησιμοποιούσαν βλήματα 100 κιλών. Με αυτά ο Μωάμεθ σχημάτισε 14 πυροβολαρχίες, 9 από τις οποίες περιλάμβαναν μικρότερου διαμετρήματος πυροβόλα και 5 που περιλάμβαναν τα μεγαλύτερα πυροβόλα. Ο ιστορικός Κριτόβουλος χαρακτηριστικά αναφέρει ότι οι υπόνομοι και οι υπόγειοι διάδρομοι που άνοιγαν οι Τούρκοι κάτω από τα τείχη αποδείχθηκαν εντελώς περιττοί καθώς τα κανόνια έδωσαν την λύση στο θέμα. Ακόμη και μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα ήταν ορατά σε πολλά σημεία της πόλης τα τεράστια βλήματα που βρίσκονταν στην ίδια θέση που είχαν πέσει το 1453.
Οι υπερασπιστές της Κωνσταντινούπολης
Σχετικά με το στρατό των αμυνόμενων, εγκυρότερη θεωρείται η αναφορά του Σφραντζή, ο οποίος ανέλαβε την καταμέτρηση των δυνάμεων κατ’ εντολή του αυτοκράτορα. Ο Σφραντζής αναφέρει 4.937 βυζαντινούς και περίπου 2000 ξένους. Από τους ξένους ξεχωρίζαν οι 700 κατάφρακτοι στρατιώτες που έφθασαν στην βυζαντινή πρωτεύουσα τον Ιανουάριο του 1453 με δύο γενουάτικα πλοία. Ο Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος απένειμε στον αρχηγό τους Ιωάννη Ιουστινιάνη Λόνγκο, έμπειρο πολεμιστή, τον τίτλο του πρωτοστάτορος (αρχιστρατήγου) και του ανέθεσε την άμυνα της πόλης.
Σε κάθε περίπτωση ο συνολικός αριθμός δεν πρέπει να υπερέβαινε τους 8.500.
Οι βυζαντινοί διέθεταν και πυροβολικό, μικρότερο σε μέγεθος διαμετρημάτων σε σχέση με το οθωμανικό.
Χρησιμοποιήθηκε κυρίως στις πρώτες μέρες τις πολιορκίας και μετά σίγησε λόγω της ελάχιστης ποσότητας πυρίτιδας και βλημάτων, αλλά και τις διαφωνίας στον τρόπο χρήσης αυτών των όπλων.
Στην αρχή τις πολιορκίας υπήρχαν στον Κεράτιο κόλπο 26 πλοία πολεμικά. Από αυτά 10 ανήκαν στο Βυζάντιο, 5 ήταν βενετικά, 5 γενοβέζικα, 3 κρητικά, 1 από την Ανκόνα, 1 από την Καταλωνία και 1 από την Προβηγκία. Υπήρχαν επίσης μικρότερα σκάφη και εμπορικά πλοία των Γενοβέζων που ήταν ελλιμενισμένα στο Πέραν.
Τα τείχη της πόλης
Η μορφή της περιτειχισμένης Κωνσταντινούπολης μπορεί να περιγραφεί ως τριγωνική. Ως βάση του τριγώνου ήταν τα χερσαία τείχη ενώ οι πλευρές του, που αποτελούσαν και την ακτογραμμή της πόλης, σχηματιζόταν από τα θαλάσσια τείχη.
Τα χερσαία (ή Θεοδοσιανά) τείχη, που είχαν μήκος 5.570 μέτρων περίπου, εκτεινόταν από την αποβάθρα των Πηγών στην ακτή της Προποντίδας μέχρι τη συνοικία των Βλαχερνών. Σε όλο τους το μήκος ήταν διπλά, με εκείνο που έβλεπε προς την πόλη έφερε την ονομασία Έσω Τείχος και εκείνο που έβλεπε προς την πεδιάδα ονομαζόταν Έξω Τείχος. Η κύρια γραμμή άμυνας των βυζαντινών ήταν το Έσω τείχος, που είχε ύψος 12 μέτρα και πλάτος 5 μέτρα, και περιλάμβανε 96 πύργους ύψους 18 ως 20 μέτρα ο καθένας. Οι πύργοι αυτοί απείχαν μεταξύ τους 55 μ. περίπου. Το Έξω Τείχος είχε 8,5 μέτρα ύψος και 2 μ. πλάτος και είχε επίσης 96 πύργους, που είχαν ύψος 10 μ. περίπου και ήταν τοποθετημένοι έτσι ώστε να βρίσκονται στο κέντρο του κενού που άφηναν ανάμεσά τους οι εσώπυργοι. Τα τείχη απείχαν μεταξύ τους 15 έως 20 μ. ενώ ο χώρος που υπήρχε μεταξύ τους ονομαζόταν από τους βυζαντινούς «Περίβολος». Σε όλο το μήκος του Έξω Τείχους και σε απόσταση 15 έως 17μ. περίπου από αυτό υπήρχε τάφρος που το πλάτος της ήταν 19 μέχρι 21 μ. και το βάθος της περίπου 10 μ. Τα χερσαία τείχη είχαν 10 πύλες.
Η πρόσβαση στην πόλη από την θάλασσα παρουσίαζε μεγάλες δυσκολίες χάρης σε ένα ισχυρό θαλάσσιο ρεύμα στον Βόσπορο, τους βόρειους ανέμους αλλά και μια σειρά από ξέρες και ύφαλους που υπήρχαν στην Προποντίδα. Έτσι, για την προστασία των ακτών αρκούσε μόνο μια σειρά τειχών. Το παραθαλάσσιο τείχος του Κερατίου κόλπου εκτείνονταν από την συνοικία των Βλαχερνών μέχρι την παλαιά Ακρόπολη και είχε ύψος 10μ. περίπου, 17 πύλες, 110 πύργους και μήκος 5.600 μ. Στην εξωτερική πλευρά του υπήρχε μια στενή λωρίδα γης. Το τείχος της Προποντίδας, που ξεκινούσε από την Ακρόπολη και έφτανε ως την αποβάθρα των Πηγών, είχε ύψος 12 ως 15 μ., διέθετε 188 πύργους, περίπου 13 πύλες και είχε μήκος 8.900 μ. Σχεδόν σε όλο το μήκος το τείχος της Προποντίδας ήταν δίπλα στη θάλασσα, επομένως η αποβίβαση εχθρικών δυνάμεων ήταν αδύνατη και το έργο της άμυνας καθίστατο πιο εύκολο.
Η πολιορκία
Οι Οθωμανοί προ των τειχών
Τα πρώτα οθωμανικά αποσπάσματα έκαναν την εμφάνιση τους στις 2 Απριλίου, ενώ ολόκληρο το στράτευμα έφτασε σταδιακά έξω από τα τείχη της πόλης έως στις 5 Απριλίου. Την ίδια ημερομηνία έφτασε και ο σουλτάνος με τις τελευταίες μονάδες και αμέσως απέκλεισε την πόλη από στεριά και θάλασσα.
Όσον αφορά την διάταξη των αντιπάλων, ο αυτοκράτορας με τα καλύτερα στρατεύματά του ανέλαβε την υπεράσπιση του μεσαίου τμήματος των χερσαίων τειχών (Μεσοτειχίου), που ήταν και τα πιο ευπρόσβλητα, γιατί σ΄ εκείνο το σημείο τα διέσχιζε κάθετα ο χείμαρρος Λύκος. Απέναντί του τάχθηκε ο σουλτάνος με τους γενίτσαρους και άλλες επίλεκτες μονάδες, καθώς και το μεγάλο κανόνι που κατασκεύασε ο Ουρβανός.
Αριστερά του αυτοκράτορα, προς την Προποντίδα, ήταν ο Καττενάο με τα γενοβέζικα στρατεύματά του, ο Θεόφιλος Παλαιολόγος, ο οποίος μαζί με μερικούς βυζαντινούς φύλασσε την πύλη των Πηγών, ο Φίλιππος Κονταρίνι που ήταν υπεύθυνος για το τμήμα από την πύλη των Πηγών μέχρι τη Χρυσή πύλη, στην οποία ήταν ο Γενοβέζος Μανουήλ, ενώ λίγο πιο κάτω, δίπλα στα θαλάσσια τείχη, ήταν ο Δημήτριος Καντακουζηνός. Απέναντί τους οι Οθωμανοί παρέταξαν τα μικρασιατικά στρατεύματα υπό τον Ισάκ πασά.
Δεξιά του αυτοκράτορα, προς τον Κεράτιο Κόλπο, στο τμήμα των τειχών που ονομάζονταν Μυριάνδριον παρατάχθηκε ο Ιουστιννιάνης, ο οποίος λίγο μετά μετακινήθηκε στο σημείο που ήταν ο αυτοκράτορας. Αντικαταστάθηκε από ένα τμήμα υπό τους αδελφούς Μποκκιάρντι. Πιο πάνω, στο παλάτι των Βλαχερνών, εγκαταστάθηκε ο Βενετός βάιλος Μιννότο, ενώ ένας συμπατριώτης του, ο Τεόντορο Καρίστο, στρατοπέδευσε μαζί με τους άντρες του στο τμήμα των τειχών μεταξύ της πύλης Καλιγαρίας και του Θεοδοσιανού τείχους. Ο αρχιεπίσκοπος Λεονάρδος μαζί με τους αδελφούς Λανγκάσκο ήταν πίσω από την τάφρο στο σημείο που κατέληγε στον Κεράτιο. Όλοι αυτοί είχαν να αντιμετωπίσουν τα ευρωπαϊκά στρατεύματα των Οθωμανών, υπό τον Καρατζά πασά.
Τα θαλάσσια τείχη φυλάσσονταν από την πλευρά της Προποντίδας από τον Τζιάκομο Κονταρίνι, ο οποίος αμυνόταν στην περιοχή του Στουδίου. Δίπλα του υπήρχε ένα τμήμα από Έλληνες καλόγερους. Στο λιμάνι του Ελευθερίου ήταν ο πρίγκιπας Ορχάν με τους Τούρκους του, ενώ στο ανατολικό παράλιο της Προποντίδας εγκαταστάθηκαν άντρες της καταλανικής παροικίας υπό τον Περέ Χούλια. Ο καρδινάλιος Ισίδωρος με 200 τοξότες υπεράσπιζε το ακρωτήριο της ακρόπολης. Τις ακτές του Κερατίου κόλπου φύλασσαν 700 Βενετοί και Γενοβέζοι ναύτες υπό τον Γκαμπριέλε Τρεβιζάνο. Στον Αλβίζο Ντιέντο παραχωρήθηκε η διοίκηση των πλοίων που ήταν στον κόλπο. Απέναντί τους είχαν τον Ζαγανός πασά με ένα τμήμα του Οθωμανικού στρατού, το οποίο παρατάχθηκε στο σημείο όπου τα χερσαία τείχη ενώνονταν με τα τείχη του Κεράτιου. Μέσα στην πόλη υπήρχαν δύο αποσπάσματα ως εφεδρεία: ένα υπό τον Λουκά Νοταρά, που στάθμευε στην συνοικία της Πέτρας, και το άλλο, υπό τον Νικηφόρο Παλαιολόγο, κοντά στην εκκλησία των Αγίων Αποστόλων.
Στις 6 Απριλίου κηρύχθηκε επίσημα η πολιορκία από τον Μωάμεθ Β', αφού πρώτα, σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής, η πρόταση του για να παραδοθεί η πόλη υποσχόμενος ότι θα σέβονταν την ζωή και την περιουσία των κατοίκων, απορρίφθηκε από τους βυζαντινούς. Αμέσως ξεκίνησε ο κανονιοβολισμός, με αποτέλεσμα ένα τμήμα των τειχών κοντά στη Χαρίσια πύλη να καταστραφεί, όμως οι υπερασπιστές κατάφεραν να το επισκευάσουν γρήγορα. Ταυτόχρονα οι Οθωμανοί άρχισαν εργασίες για να παραγεμίσουν την τάφρο, ώστε σε περίπτωση ρήγματος των τειχών να μπορούν να επιτεθούν με ευκολία. Επίσης αναλήφθηκαν υπονομευτικές εργασίες εναντίον των τμημάτων των τειχών που το έδαφος ήταν κατάλληλο. Στην θάλασσα τα πλοία έκαναν την πρώτη τους επίθεση, πιθανόν στις 9 Απριλίου, χωρίς επιτυχία, με αποτέλεσμα ο Μπαλτόγλου να περιμένει την άφιξη της μοίρας του Ευξείνου για να σχεδιάσει νέες επιχειρήσεις. Το διάστημα μεταξύ 6 με 11 Απριλίου ο Μωάμεθ πήρε μερικά στρατεύματα και κυρίευσε δύο φρούρια που υπήρχαν έξω από την πόλη, το Θεράπειο και Στουδίου, ενώ την ίδια περίοδο ο Μπαλτόγλου επιτέθηκε και κατέλαβε τα Πριγκιπόνησα.
Στις 12 κατέφθασε ο τουρκικός στόλος από την Καλλίπολη και αγκυροβόλησε στο Διπλοκιόνιο. Ήταν ο πρώτος πραγματικά αξιόμαχος στόλος που είχαν αποκτήσει οι Οθωμανοί. Την ίδια μέρα ξεκίνησε ο βομβαρδισμός με τα κανόνια, που συνεχίστηκε αδιάκοπα σε όλο το διάστημα της πολιορκίας. Οι Βυζαντινοί δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα δικά τους κανόνια, που άλλωστε ήταν πολύ κατώτερα από τα τουρκικά, τα οποία είχαν τοποθετήσει πάνω στα τείχη για να βάλλουν εναντίον των πολιορκητών, αλλά γρήγορα διαπίστωσαν ότι κάθε βολή τους προκαλούσε ρωγμές στα ίδια τα τείχη. Ωστόσο η άμυνα τις πρώτες βδομάδες διεξάγονταν με επιτυχία.
Την νύχτα της 18ης Απριλίου οι Οθωμανοί επιτέθηκαν με αλαλαγμούς και τυμπανοκρουσίες στο Μεσοτείχιο. Καθώς το σημείο επίθεσης ήταν στενό η αριθμητική υπεροχή των Τούρκων ήταν χωρίς νόημα, ενώ η ανώτερη θωράκιση των βυζαντινών, όπως και η ηγετική ικανότητα του Τζουστινιάνι, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην νικηφόρα απόκρουση της επίθεσης. Μετά από τέσσερις ώρες άκαρπων επιθέσεων οι Οθωμανοί υποχώρησαν έχοντας 200 νεκρούς ενώ οι υπερασπιστές κανέναν.
Στις 20 Απριλίου σημειώθηκε ένα αναπάντεχα ευχάριστο γεγονός για τους πολιορκημένους: Στολίσκος τεσσάρων πλοίων ( αποτελούμενος από τρία γενουάτικα πλοία και ένα βυζαντινό), μετά από νικηφόρα σύγκρουση με αριθμητικά υπέρτερο τουρκικό στόλο, ήλθαν να ενισχύσουν τους Βυζαντινούς μεταφέροντας, μεταξύ των άλλων, τρόφιμα και εφόδια στην πολιορκημένη πρωτεύουσα . Ο σουλτάνος είχε τόσο αναστατωθεί από την ναυμαχία αυτή που προχώρησε έφιππος στην θάλασσα. Το γεγονός αυτό ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικό για την ψυχολογία των πολιορκημένων, οι οποίοι πίστευαν ότι η ευνοϊκή έκβαση της πολιορκίας ήταν πλέον ορατή.
Στις 22 Απριλίου, ο στόλος των Τούρκων ύστερα από επιχείρηση της προηγούμενης νύχτας, κατάφερε να διεισδύσει εντός του Κεράτιου κόλπου. Για τον σκοπό είχε κατασκευαστεί στην κοιλάδα μεταξύ των λόγγων, ένα είδος ξύλινης εξέδρας, επάνω από την οποία σύρθηκαν- με τη βοήθεια πλήθους ανθρώπων που ήταν στη διάθεση του Μωάμεθ Β΄- τα οθωμανικά πλοία, που είχαν τοποθετηθεί πάνω σε τροχούς. Για να μη γίνει αντιληπτό το εγχείρημα, τα κανόνια βομβάρδιζαν ακατάπαυστα το χερσαίο τείχος. Ο στόλος των Βυζαντινών και των Ιταλών συμμάχων τους, που στάθμευε εντός του Κεράτιου κόλπου, βρέθηκε ανάμεσα σε δύο πυρά και η κατάσταση της πόλης έγινε κρίσιμη. Τότε οργανώθηκε σχέδιο για να πυρποληθεί ο τουρκικός στόλος με υγρό πυρ την επόμενη νύχτα, όμως το σχέδιο προδόθηκε στους Τούρκους και έτσι δεν πραγματοποιήθηκε. Επιπλέον, η άμυνα της πόλης εξασθενούσε, καθώς έπρεπε πλέον να τοποθετηθούν και δυνάμεις στο τείχος του Κερατίου που ως τότε δεν είχε ανάγκη από ιδιαίτερη περιφρούρηση.
Στο μεταξύ στη βυζαντινή πρωτεύουσα είχε γίνει ιδιαίτερα αισθητή η έλλειψη τροφίμων. Οι πολεμιστές είχαν αρχίζει να κουράζονται με τις αλλεπάλληλες εχθρικές επιθέσεις. Επίσης Βενετοί και Γενουάτες διαπληκτίζονταν κατηγορώντας οι πρώτοι τους δεύτερους για συνεργασία με τον εχθρό. Υπήρχαν φήμες ότι οι Γενουάτες του Γαλατά, ο οποίος έμεινε ανέγγιχτος από τους Τούρκους σε όλο το διάστημα της πολιορκίας, βοηθούσαν τον σουλτάνο. Επίσης πολλοί Βυζαντινοί αλλά και ξένοι συμβούλευαν τον Αυτοκράτορα να διαφύγει, όμως ο Κωνσταντίνος με θάρρος και αξιοπρέπεια απέρριπτε την ταπεινωτική αυτή λύση.
Ο συνεχής βομβαρδισμός της πόλης, που δεν διακόπηκε για αρκετές βδομάδες καθόλου, εξάντλησε εντελώς τον πληθυσμό, άντρες, γυναίκες παιδιά, ιερείς, μοναχοί προσπαθούσαν να αποκαταστήσουν τις πολυάριθμες ρωγμές του τείχους. Η πολιορκία είχε ήδη διαρκέσει πενήντα μέρες. Ταυτόχρονα στο οθωμανικό στρατόπεδο επικρατούσαν φήμες, πιθανόν ψεύτικες, για την πιθανή άφιξη πολυάριθμου χριστιανικού στόλου από τη Δύση, κάτι που ανάγκασε τον Μωάμεθ να εντείνει την προσπάθεια για κατάληψη της πόλης.
Στις 21 Μαΐου, ο σουλτάνος έστειλε πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη. Ζητούσε την παράδοση της πόλης με την υπόσχεση να επιτρέψει στον Αυτοκράτορα και σε όσους το επιθυμούσαν να φύγουν με τα υπάρχοντά τους. Επίσης, θα αναγνώριζε τον Κωνσταντίνο ως ηγεμόνα της Πελοποννήσου. Τέλος, εγγυόταν για την ασφάλεια και την περιουσία του πληθυσμού που θα παρέμενε στην πόλη. Οι αντιπροτάσεις του Κωνσταντίνου διαπνέονταν από πνεύμα αξιοπρέπειας και αποφασιστικότητας. Δέχονταν να πληρώσει άκομα υψηλότερους φόρους υποτέλειας και να παραμείνουν στα χέρια των Τούρκων όλα τα κάστρα και τα εδάφη που είχαν στο μεταξύ κατακτήσει. Για την Κωνσταντινούπολη όμως δήλωσε:
Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοὶ δοῦναι οὔτ' ἐμὸν ἐστίν οὔτ' ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ• κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως άποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν.
Δηλαδή, σε σύγχρονη απόδοση:
Το να σου (παρα)δώσω όμως την πόλη ούτε σε εμένα επαφίεται ούτε σε άλλον από τους κατοίκους της• διότι με κοινή απόφαση οι πάντες θα αποθάνουμε αυτοπροαίρετα και δεν θα υπολογίσομε τη ζωή μας.
Η τελική επίθεση
Ύστερα από την αποτυχημένη προσέγγιση, ο Μωάμεθ Β' κάλεσε πολεμικό συμβούλιο και κατόπιν έβγαλε λόγο προς τους στρατιώτες του, ζητώντας του θάρρος και σταθερότητα. Τόνισε ότι υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις για έναν επιτυχή πόλεμο: η επιθυμία (για τη νίκη), η ντροπή (για την ήττα) και η υπακοή στους ηγέτες. Επίσης δήλωσε με όρκο πως ο ίδιος ήθελε μόνο τα τείχη και τα οικοδομήματα της πόλης και πως αφήνει στο στρατό του όλα τα άλλα. Υπογράμμισε πως υπάρχουν θησαυροί μέσα στα κτήρια και κυρίως στις εκκλησίες και πως θα επωφεληθούν από τον εξανδραποδισμό των κατοίκων, ανάμεσά τους υπήρχαν πολλές νέες γυναίκες. Τέλος διέταξε νηστεία και προσευχή. Η επίθεση ορίστηκε για την νύχτα της 29ης Μαΐου.
Στις 28 Μαΐου συντελέστηκε μεγάλη ακολουθία στην Αγία Σοφία, η τελευταία χριστιανική ακολουθία που πραγματοποιήθηκε στην περίφημη εκκλησία της πόλης, την οποία παρακολούθησε πλήθος αξιωματούχων και πιστών. Ο Κωνσταντίνος ΙΑ' σε λόγο προς τον λαό του, όπως τον διασώζει ο Σφραντζής, τον προέτρεψε να αντισταθεί γενναία, λέγοντας ότι οι Τούρκοι «υποστηρίζονται από όπλα, ιππικό, πυροβολικό και την αριθμητική τους υπεροχή, εμείς όμως στηριζόμεθα πρώτα στον Θεό και Σωτήρα μας και κατόπιν στα χέρια μας και στην δύναμή μας που μας έχει χαρίσει ο ίδιος ο Θεός». Ο Κωνσταντίνος ολοκλήρωσε την ομιλία του ως εξής: ...Γνωρίσατε λοιπόν τούτο: Εάν ειλικρινά υπακούσετε ό,τι σας διέταξα, ελπίζω ότι, με τη βοήθεια του Θεού, θα αποφύγουμε τη δίκαιη τιμωρία Του, που κρέμεται επάνω μας.
Την Τρίτη το βράδυ, 29 Μαΐου, μεταξύ 01.00 και 02.00, εκδηλώθηκε γενική τουρκική επίθεση. Μόλις δόθηκε το σύνθημα η πόλη υπέστη συνδυασμένη επίθεση από τρεις πλευρές συγχρόνως. Οι Βυζαντινοί κατάφεραν να αποκόψουν τις υπόγειες σήραγγες απ' όπου οι Τούρκοι προσπάθησαν να περάσουν κάτω από τα τείχη. Παρόλο που στις επιθέσεις ήταν περισσότεροι αριθμητικά, οι Βυζαντινοί τους απώθησαν αρκετές φορές προκαλώντας τους τρομερές απώλειες. Οι δύο πρώτες επιθέσεις αποκρούστηκαν. Όμως ο Μωάμεθ Β' οργάνωσε πολύ προσεκτικά την τρίτη και τελευταία επίθεση. Με ιδιαίτερη επιμονή οι Τούρκοι επιτέθηκαν κατά του μέρους των τειχών το οποίο ήταν κοντά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού (Πέμπτον), όπου πολεμούσε και ο ίδιος ο Αυτοκράτορας. Ένας από τους κύριους υπερασπιστές της πόλης, ο Γενουάτης Ιουστινιάνης, τραυματίστηκε σοβαρά και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον αγώνα. Αυτή η απώλεια υπήρξε ανεπανόρθωτη για τους Βυζαντινούς. Ωστόσο, ακόμα και μετά από αυτή την επιτυχία, οι Οθωμανοί αδυνατούσαν να διεισδύσουν στην Πόλη . Στα τείχη, όμως, δημιουργούνταν συνεχώς ρήγματα και ο Αυτοκράτορας, πολεμώντας ως απλός στρατιώτης, έπεσε στην μάχη. Δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες για τον θάνατο του και για τον λόγο αυτό ο θάνατός του έγινε γρήγορα θέμα ενός θρύλου που έχει συσκοτίσει την ιστορική πραγματικότητα. Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, οι Τούρκοι δεν κατάφεραν να σπάσουν τη γραμμή άμυνας των τειχών, παρά μόνο όταν από εσωτερική προδοσία μπήκαν από την Κερκόπορτα και περικύκλωσαν τους αμυνόμενους.
Λεηλασίες
Η πολιορκία κράτησε σχεδόν 2 μήνες και, τελικά, ο σημαντικά ισχυρότερος Μωάμεθ κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη την Τρίτη 29 Μαΐου 1453 (αποφράς ημέρα). Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου οι Τούρκοι όρμησαν μέσα στην πόλη, αρχίζοντας μαζικές λεηλασίες. Ένα μεγάλο πλήθος πολιτών κατέφυγε στην Αγία Σοφία, ελπίζοντας να βρει εκεί ασφάλεια. Αλλά οι Τούρκοι διέρρηξαν την κεντρική πύλη και όρμησαν μέσα στην εκκλησία όπου έσφαξαν το πλήθος. Την ημέρα της πτώσης της Κωνσταντινούπολης, ή πιθανόν την επόμενη, ο Σουλτάνος εισήλθε επίσημα στην πόλη και πήγε στην Αγία Σοφία, όπου και προσευχήθηκε. Κατόπιν ο Πορθητής εγκαταστάθηκε στα αυτοκρατορικά ανάκτορα των Βλαχερνών.
Όπως παραδίδει ο Σφραντζής, δόθηκε διαταγή για τριήμερη λεηλασία της πόλης. Άλλες πηγές αναφέρουν πως ουσιαστικά η λεηλασία έπαυσε μετά την πρώτη ημέρα. O ιστορικός Δούκας αναφέρει πως ο σουλτάνος επιφύλαξε για τον εαυτό του τα οικοδομήματα και τα τείχη της πόλης, αφήνοντας τα υπόλοιπα αγαθά, τους αιχμαλώτους και τα λάφυρα στη διάθεση των στρατευμάτων. Ο άμαχος πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης θανατωνόταν χωρίς διάκριση. Οι εκκλησίες με επικεφαλής την Αγία Σοφία, καθώς και τα μοναστήρια με όλο τους τον πλούτο λεηλατήθηκαν και βεβηλώθηκαν, ενώ οι ιδιωτικές περιουσίες έγιναν αντικείμενο αρπαγής και λαφυραγωγίας. Κατά τη διάρκεια αυτών των ημερών χάθηκαν αναρίθμητοι πολιτιστικοί θησαυροί. Πολύτιμα βιβλία κάηκαν, κομματιάστηκαν ή πουλήθηκαν σε εξευτελιστικές τιμές. Ο ιστορικός Κριτόβουλος, που ανήκε στο οθωμανικό στρατόπεδο, αναφέρει ότι δεν υπήρξε στοιχειώδης οίκτος κατά τις λεηλασίες και η πόλη ερημώθηκε ολοσχερώς.
Επακόλουθα της Άλωσης
Η Ορθόδοξη Βυζαντινή Αυτοκρατορία έπαψε πια να υφίσταται και στη θέση της ιδρύθηκε και αναπτύχθηκε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, της οποίας η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε από την Αδριανούπολη στην Κωνσταντινούπολη όπου και μετονομάστηκε από τους Τούρκους Ισταμπούλ. (από τη φράση εις την πόλιν) και παρέμεινε έδρα της Αυτοκρατορίας ως την οριστική κατάλυσή της, το 1922. Αντίθετα το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης έλαμψε με την ανάδειξη σε πατριάρχη του ανθενωτικού Γεννάδιου Σχολάριου καθ΄ υπόδειξη του Μωάμεθ λαμβάνοντας από τον ίδιο και διάφορα πρόσθετα προνόμια μέχρι ακόμα και οθωμανική φρουρά.
Πρώτος που φέρεται να προσπάθησε να συνεγείρει τους Ηγεμόνες της Δύσης για ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Χριστιανούς ήταν ο τότε Μέγας Μάγιστρος του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη των Ιεροσολύμων, που έδρευε την εποχή εκείνη στη Ρόδο, ο Ζαν ντε Λαστίκ ο οποίος με γράμματά του στον Πάπα και σε όλους τους Ηγεμόνες τους εξόρκιζε να πάρουν τα όπλα και «να εκδικηθούν για το χριστιανικό αίμα που χύθηκε στην Κωνσταντινούπολη εξ αιτίας των Τούρκων αλλά και για τη σωτηρία της Ρόδου του ισχυρότατου αυτού προμαχώνα της χριστιανικής πολιτείας».
Παράλληλα όμως υπήρχαν και πολλοί Έλληνες που διέτρεχαν την Ευρώπη κηρύττοντας "ιερό πόλεμο" κατά των Τούρκων, μεταξύ αυτών ήταν ο Ισίδωρος ο Πελοποννήσιος, ο Βησσαρίων ο Τραπεζούντιος, ο Ανδρόνικος ο Θεσσαλονικεύς κ.ά., ενώ ο Ρόδιος λαϊκός στιχουργός Εμμανουήλ Γεωργιλάς απέδιδε το πνεύμα της εποχής σε ποιήματά του προτρέποντας τη Δύση να συνασπιστεί κατά των Τούρκων για την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης, επειδή:
"Η Πόλις ήτον το σπαθί, / η Πόλις το κοντάρι.
Η Πόλις ήτον το κλειδί / της Ρωμανίας όλης
Κ΄ εκλείδωνε κ΄ εσφάλιζεν / όλην την Ρωμανίαν
Κ΄ όλον το Αρχιπέλαγος / εσφικτοκλείδωνέν το".
Στις παραπάνω εκκλήσεις ο Πάπας Νικόλαος Ε΄ επέδειξε πλήρη αδιαφορία, σε αντίθεση με τους διαδόχους του στον παπικό θρόνο Κάλλιστο Γ΄ και Πίο Β΄. Επίσης ο αυτοκράτορας Φρειδερίκος Γ΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας καθώς και ο Δούκας Φίλιππος της Βουργουνδίας ο επιλεγόμενος Καλός μόλις ενημερώθηκαν σχετικά με την άλωση συναντήθηκαν και συσκέφθηκαν πλην όμως οι προθέσεις τους ναυάγησαν από την «ακατονόμαστη αντίσταση» και για «ελεεινές μικροφιλοτιμίες» του τότε βασιλέως της Γαλλίας Καρόλου Ζ΄.
Υπενθυμίζεται ότι την εποχή εκείνη ένα μεγάλο μέρος του ελλαδικού χώρου αποτελούσαν βασίλεια όπως της Κύπρου, Δουκάτα όπως το φράγκικο των Αθηνών και κυρίως ενετικές κτήσεις όπως το Δουκάτο του Αρχιπελάγους με έδρα τη Νάξο, η Εύβοια ή Νεγρεπόντε και Κεφαλονιά (από το 1209), η Κρήτη (από το 1212), η Κέρκυρα (από το 1215), η Ρόδος κ.ά., τα δύο δεσποτάτα Μυστρά και Ηπείρου καθώς και κάποια αρχονταρίκια.
Όταν το 1456 ο Μωάμεθ Β' απέσπασε από τους Φράγκους την Αθήνα και λίγο αργότερα υπέταξε όλες τις ελληνικές περιοχές, όπως και την Πελοπόννησο τότε ξύπνησε από το λήθαργο η Δύση και άρχισαν ν΄ ακούγονται οι πρώτες φωνές για τον άπιστο και κοινό εχθρό. Ο Παρθενώνας, που τότε είχε μετατραπεί από τους χριστιανούς σε εκκλησία της Θεοτόκου, επανα-μετατράπηκε με διαταγή του ίδιου του Μωάμεθ Β΄ σε τζαμί. Το 1457 εμφανίζεται στο Αιγαίο ο παπικός στόλος που ξεκινά επιδρομές για κατάληψη νήσων που βρίσκονταν υπό τουρκική κυριαρχία με συνέπεια την κατάργηση της Ηγεμονίας του Αίμου του Οίκου των Κατελούζων. Το 1461, η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας περιήλθε και αυτή στην εξουσία των Οθωμανών. Την ίδια χρονιά καταλήφθηκαν και τα τελευταία υπολείμματα του Δεσποτάτου της Ηπείρου.
Η πτώση της Κωνσταντινούπολης μπορεί να σηματοδότησε την έναρξη της Τουρκοκρατίας στην Ελλάδα, πλην όμως το σημαντικότερο: οδήγησε στον κολοφώνα της αναγέννησης των αρχαίων ελληνικών σπουδών που μεταλαμπαδεύτηκε στην Ιταλία αρχικά καθώς και στην υπόλοιπη Ευρώπη στη συνέχεια.
Πόλεις όπως η Βενετία, η Φλωρεντία, η Ρώμη κ.ά. άνοιξαν την αγκαλιά τους στους πρόσφυγες βυζαντινούς λόγιους που εγκαταστάθηκαν σε αυτές μεταφέροντας το πολύτιμο φορτίο της αρχαίας Ελλάδας, συμβάλλοντας έτσι στην ανάδειξη των νέων τάσεων κυρίως του ουμανισμού που έφερνε ο νέος αιώνας (15ος αιώνας).
Θρύλοι και παραδόσεις
Ο τρόπος που θυσιάστηκε ο τελευταίος Αυτοκράτορας, καθώς και ότι δεν διασώθηκαν πληροφορίες για τις τελευταίες στιγμές του στο πεδίο της μάχης, αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για ποικίλους θρύλους με κυριότερο αυτόν του «μαρμαρωμένου βασιλιά» που περιμένει την στιγμή να ανακτήσει την Πόλη και την Αυτοκρατορία του.
Μια λαϊκή χριστιανική παράδοση, αναφέρει ότι τη στιγμή που διέρρηξαν οι Τούρκοι την πύλη της Αγίας Σοφίας τελούνταν η θεία λειτουργία και ο ιερέας τη στιγμή που είδε τους μουσουλμάνους να ορμούν στο πλήθος των πιστών, εισήλθε και εξαφανίσθηκε μέσα στον τοίχο, πίσω από το Άγιο Βήμα, που άνοιξε μπροστά του κατά τρόπο θαυμαστό. Λέγονταν ότι όταν η Κωνσταντινούπολη θα επανέλθει στα χέρια των Χριστιανών, ο ιερέας θα βγει από τον τοίχο για να συνεχίσει την λειτουργία. Ένας άλλος θρύλος λέει ότι ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος στο ένα του χέρι είχε έξι δάχτυλα και αν βρεθεί κάποιος Έλληνας που έχει έξι δάχτυλα τότε θα ανακτήσει (ο Κωνσταντίνος) την Πόλη και την αυτοκρατορία του.
Κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, ο Αμερικάνος ιστορικός Ε. Α. Γκρόσβενορ αναφέρει ότι στην συνοικία Αμπού Βέφα στην Κωνσταντινούπολη, υπήρχε ένας χαμηλός ανώνυμος τάφος τον οποίο οι Έλληνες τιμούσαν ως τάφο του Κωνσταντίνου και τον χρησιμοποιούσαν κρυφά ως τόπο προσευχής. Όμως η Οθωμανική Κυβέρνηση επενέβη εκείνη την εποχή επιβάλλοντας ποινές και ερημώνοντας το μέρος.
Η πρόσληψη της Άλωσης από την διεθνή και νεοελληνική ιστοριογραφία
Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης του 1453 αποτέλεσε ένα από τα γεγονότα-ορόσημα της Παγκόσμιας Ιστορίας τα οποία σηματοδοτούσαν την μετάβαση από τη μεσαιωνική εποχή έως τους νεώτερους χρόνους, σύμφωνα και με την τριμερή διάκριση του Christoph Cellarius με το έργο του Historia Medii Aevi.
Η πρόσληψη και ενσωμάτωση της Άλωσης από την ιστοριογραφία του 19ου αιώνα ακολουθεί την ενσωμάτωση του Βυζαντίου και της Βυζαντινής ιστορικής περιόδου. Οι ποϋποθέσεις αφομοίωσής της ήταν μεταξύ άλλων, η θρησκευτική της σημασία, κάτι που έβρισκε υποδοχές στην λαϊκή κουλτούρα. Μπορούσε να γίνει ένα απτό σύμβολο στα πλαίσια συγκρότησης της εθνικής ιδεολογίας. Έτσι γινόταν αντιληπτή ως πτώση της βασιλείας των Ορθοδόξων. Εθνικοποιείται επειδή η Κωνσταντινούπολη αποτελούσε το πιο σημαντικό κέντρο της Ανατολής και επομένως κεντρικό σημείο στα πλαίσια της υλοποίησης της Μεγάλης Ιδέας.
O Σπυρίδων Ζαμπέλιος στην εκτεταμένη εισαγωγή του στο έργο του Άσματα Δημοτικά της Ελλάδος, δεν επικεντρώνεται στους εσωτερικούς παράγοντες παρακμής της αυτοκρατορίας, αλλά στην άπληστη καθολική Δύση, η οποία από το 1204 συνέβαλε στην παρακμή της αυτοκρατορίας. Τελικά η Θεία Πρόνοια επέλεξε τον Οθωμανό κατακτητή ώστε να σωθεί από τους Καθολικούς δυνάστες. Σε αυτό το σημείο συμφωνεί και ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, χωρίς όμως να υιοθετεί και τη φιλοσοφική θεώρηση του Ζαμπέλιου.
Διάφοροι άλλοι εκπρόσωποι της ρομαντικής ιστοριογραφικής τάσης, όπως ο Αλέξανδρος Πασπάτης, Κωνσταντίνος Σάθας, Σπυρίδων Λάμπρος, Αδαμάντιος Αδαμαντίου, Βασίλειος Μυστακίδης, Θεοδόσιος Βενιζέλος, Αθανάσιος Βερναρδάκης, Κωνσταντίνος Άμαντος εμπλουτίζουν το αντιδυτικό ερμηνευτικό τους σχήμα με αναφορές σε προδοτικές ενέργειες των Λατίνων (π.χ. η αλλαγή στρατοπέδου του Ουρβανού του τεχνίτη που κατασκεύασε το κανόνι, η βοήθεια των Γενουατών του Γαλατά στους Τούρκους, η λιποψυχία του Ιουστινιάνη). Οι ιστορικοί αυτοί επέλεγαν το λεγόμενο Majus χρονικό του Γεώργιου Σφρατζή -ένα συμπίλημα συνταγμένο στα 1573-1575 από τον Μακάριο Μελισσηνό- με έντονα θρησκευτικό χαρακτήρα και διαπνεόμενο από την αντίληψη πως ο Θεός κατευθύνει τις τύχες του κόσμου χρησιμοποιώντας τους ανθρώπους και ακόμα και τους Τούρκους για να εκπληρώσει τους σκοπούς του.
Ο τρόπος που θυσιάστηκε ο τελευταίος Αυτοκράτορας, καθώς και ότι δεν διασώθηκαν πληροφορίες για τις τελευταίες στιγμές του στο πεδίο της μάχης, αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για ποικίλους θρύλους με κυριότερο αυτόν του «μαρμαρωμένου βασιλιά» που περιμένει την στιγμή να ανακτήσει την Πόλη και την Αυτοκρατορία του.
Μια λαϊκή χριστιανική παράδοση, αναφέρει ότι τη στιγμή που διέρρηξαν οι Τούρκοι την πύλη της Αγίας Σοφίας τελούνταν η θεία λειτουργία και ο ιερέας τη στιγμή που είδε τους μουσουλμάνους να ορμούν στο πλήθος των πιστών, εισήλθε και εξαφανίσθηκε μέσα στον τοίχο, πίσω από το Άγιο Βήμα, που άνοιξε μπροστά του κατά τρόπο θαυμαστό. Λέγονταν ότι όταν η Κωνσταντινούπολη θα επανέλθει στα χέρια των Χριστιανών, ο ιερέας θα βγει από τον τοίχο για να συνεχίσει την λειτουργία. Ένας άλλος θρύλος λέει ότι ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος στο ένα του χέρι είχε έξι δάχτυλα και αν βρεθεί κάποιος Έλληνας που έχει έξι δάχτυλα τότε θα ανακτήσει (ο Κωνσταντίνος) την Πόλη και την αυτοκρατορία του.
Κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, ο Αμερικάνος ιστορικός Ε. Α. Γκρόσβενορ αναφέρει ότι στην συνοικία Αμπού Βέφα στην Κωνσταντινούπολη, υπήρχε ένας χαμηλός ανώνυμος τάφος τον οποίο οι Έλληνες τιμούσαν ως τάφο του Κωνσταντίνου και τον χρησιμοποιούσαν κρυφά ως τόπο προσευχής. Όμως η Οθωμανική Κυβέρνηση επενέβη εκείνη την εποχή επιβάλλοντας ποινές και ερημώνοντας το μέρος.
"Εδώ Αθήναι" στον αέρα η πρώτη επίσημη εκπομπή της τότε ΥΡΕ
"Εδώ Αθήναι"
στον αέρα η πρώτη επίσημη εκπομπή της τότε ΥΡΕ
ΕΔΩ ΑΘΗΝΑΙ ... ...ήταν 21 Μαϊου του 1938 όταν ακούστηκε στον αέρα από το κρατικό ραδιόφωνο! "Εδώ Αθήναι"! με τον τίτλο αυτό βγήκε στον αέρα η πρώτη επίσημη εκπομπή της τότε ΥΡΕ (Υπηρεσίας Ραδιοφωνικών Εκπομπών) από τους ραδιοθαλάμους του Ζαππείου στην Αθήνα.
Το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (ΕΙΡ) ιδρύθηκε αργότερα με την Συντακτική Πράξη 54/1945 "Περί ιδρύσεως Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας" δια της οποίας και περιήλθε στη κυριότητά του όλη η περιουσία της πρώην Α.Ε.Ρ.Ε., που είχε δημιουργηθεί στη κατοχή. Με την ίδια συντακτική πράξη το Ε.Ι.Ρ. αποτελούσε Οργανισμό Δημοσίου Δικαίου που υπάχθηκε υπό τον έλεγχο του τότε Υπουργείου Τύπου, ενώ το τεχνικό τμήμα στο τότε Υπουργείο Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων Το ραδιόφωνο στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα ήδη από το 1923 άρχισε μια προσπάθεια εγκατάστασης ραδιοφωνικού πομπού. Οι πειραματισμοί κράτησαν αρκετά χρόνια. Ο πρώτος ραδιοφωνικός σταθμός εξέπεμψε στη Θεσσαλονίκη με ιδιωτική πρωτοβουλία από το ραδιοηλεκτρολόγο Χρίστο Τσιγγιρίδη την 25 Μαρτίου του 1928 και 20 ολόκληρα χρόνια λειτούργησε στην πόλη, μεταδίδοντας τακτικά εκπομπή-εκπομπές. Ο πρώτος εθνικός ραδιοφωνικός σταθμός ιδρύθηκε και λειτούργησε στην Αθήνα, αφού στις 25 Μαρτίου του 1938 εγκαινιάστηκε από τον τότε βασιλιά Γεώργιο Β΄, ενώ το 1945 ιδρύθηκε το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (Ε.Ι.Ρ.) που ανέλαβε την ευθύνη λειτουργίας του σταθμού.
Αμέσως μετά την απελευθέρωση άρχισαν να ιδρύονται κι άλλοι σταθμοί σε διάφορες πόλεις της χώρας που υπάγονταν στη δικαιοδοσία του Ε.Ι.Ρ., καθώς και πολλοί στρατιωτικοί σταθμοί, υπό τη δικαιοδοσία των ενόπλων δυνάμεων (ΥΕΝΕΔ). Από τα τέλη της δεκαετίας του '70, αρχικά η μπάντα των μεσαίων και στη συνέχεια η ζώνη των FM κατακλύζεται από εκατοντάδες ερασιτέχνες (οι επονομαζόμενοι και "πειρατές"), που εκπέμπουν πολυποίκιλα προγράμματα, αμφισβητώντας ανοιχτά το ραδιοφωνικό μονοπώλιο της κρατικής ραδιοφωνίας. Ραδιοσταθμό κατασκεύασαν, επίσης, οι φοιτητές του ΕΜΠ κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του Πολυτεχνείου κατά της Χούντας το 1973.
Στα πλαίσια τη γενικής εκσυγχρονιστικής προσπάθειας και προσαρμογής των δομών στις προδιαγραφές της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, την τελευταία εικοσαετία μόλις, εκσυγχρονίστηκε και ο θεσμός της ραδιοφωνίας. Με το νόμο 1730/1987 ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου για τη ραδιοφωνία και την τηλεόραση, που λειτουργεί με τη μορφή ανώνυμης εταιρίας με έδρα την Αθήνα. Με την Υπουργική απόφαση 14631/Ζ2/2691/29.5.87 καθορίστηκαν οι προϋποθέσεις και οι όροι ίδρυσης ραδιοσταθμών τοπικής ισχύος, από Δήμους και κοινότητες. Τέλος με το προεδρικό διάταγμα 25/1988 έχουμε την "απελευθέρωση" της ιδιωτικής ραδιοφωνίας, καθώς τέθηκαν οι όροι ίδρυσης τοπικών ραδιοφωνικών σταθμών και από φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Σήμερα η κατανομή των ραδιοφωνικών συχνοτήτων γίνεται από το Εθνικό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο (ΕΣΡ).